ἐϋκνήμις

ἐϋκνήμῑς, ῑδος, , ,
A well-greaved, freq. in nom. and acc. pl. ἐϋκνήμῑδες, ἐϋκνήμῑδας, in Il. always epith. of

Ἀχαιοί 1.17

, al.; in Od. also of ἑταῖροι, 2.402, 9.550: gen. sg. as fem., -κνήμῑδος Ἰτώνης Poet. ap. EM519.1.
II with goodly spokes,

ἀπήνη Nonn.D.7.140

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εϋκνήμις — ἐϋκνήμις, ιδος, ὁ, ἡ (Α) 1. αυτός που έχει ωραίες περικνημίδες (α. «ἐϋκνήμιδες Ἀχαιοί», Ομ. Ιλ. β. «ἐϋκνήμιδες ἑταῑροι», Ομ. Οδ.) 2. (κατ επέκτ.) ο καλά οπλισμένος 3. (για άμαξες κ.λπ.) αυτός που έχει ωραίες ακτίνες στους τροχούς («ἐϋκνήμις… …   Dictionary of Greek

  • ἐυκνήμις — ἐϋκνήμῑς , ἐυκνήμις well greaved fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυκνήμιδας — ἐϋκνήμῑδας , ἐυκνήμις well greaved fem acc pl ἐϋκνήμῑδας , ἐυκνήμις well greaved masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυκνήμιδες — ἐϋκνήμῑδες , ἐυκνήμις well greaved fem nom/voc pl ἐϋκνήμῑδες , ἐυκνήμις well greaved masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυκνήμισιν — ἐϋκνήμῑσιν , ἐυκνήμις well greaved fem dat pl ἐϋκνήμῑσιν , ἐυκνήμις well greaved masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • COTUATUS — vide Conetodunus: Quod nomen corrupit Caesar, Gallice Gutwad, qui est egregiis suris, Εὐκνῆμις …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ἐυκνήμιδα — ἐϋκνήμῑδα , ἐυκνήμις well greaved fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυκνήμιδος — ἐϋκνήμῑδος , ἐυκνήμις well greaved fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.